| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.184.487 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σταμάτημα |
0,01 sec. |
|
|
σταμάτημα остановка 停止 停止 หยุด
ουσ ουδ σταμάτημα [sta'matima] 1 η διακοπή arrêt το σταμάτημα της κυκλοφορίας l'arrêt de la circulation το σταμάτημα της αιμορραγίας l'arrêt du saignement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|