| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.811.436.050 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σταματάω |
0,01 sec. |
|
σταματάω يَتوَقف, يوقف ukončit, zastavit (se) stoppe anhalten, aufhören stop parar, pararse pysähtyä, pysäyttää arrêter, s’arrêter stati, zaustaviti fermare, fermarsi 止まる, 止める ...을 그만두다, 멈추다 stoppen stoppe przerwać, zatrzymać się interromper, parar останавливать, останавливаться stanna, stoppa หยุด ยุติ เลิก, หยุด ระงับ ปิดกั้น durdurmak, durmak dừng 停止 ρμετβ σταματάω, σταματώ [stama'tao, stama'to] 2 κόβω, φρενάρω arrêter 3 εγκαταλείπω, διακόπτω arrêterabandonner σταματάω το σχολείο abandonner l'école Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|