Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.493.651 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σταματώ

0,01 sec.
σταματώ stop, slow, check, halt, pause, shut down
σταματώ halti
σταματώ arrêter, s'arrêter, éteindre
σταματώ يَقْفِل
σταματώ zavřít
σταματώ lukke ned
σταματώ stilllegen
σταματώ apagar
σταματώ lakkauttaa
σταματώ zatvoriti
σταματώ chiudere
σταματώ 閉鎖する
σταματώ 휴업하다
σταματώ afsluiten
σταματώ koble ut
σταματώ zamknąć
σταματώ parar de funcionar
σταματώ закрыть
σταματώ lägga ner
σταματώ ปิดลง
σταματώ kapatmak
σταματώ đóng cửa
σταματώ 关机


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.