| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.493.651 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σταματώ |
0,01 sec. |
|
σταματώ halti σταματώ يَقْفِل σταματώ zavřít σταματώ lukke ned σταματώ stilllegen σταματώ apagar σταματώ lakkauttaa σταματώ zatvoriti σταματώ chiudere σταματώ 閉鎖する σταματώ 휴업하다 σταματώ afsluiten σταματώ koble ut σταματώ zamknąć σταματώ parar de funcionar σταματώ закрыть σταματώ lägga ner σταματώ ปิดลง σταματώ kapatmak σταματώ đóng cửa σταματώ 关机 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|