| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.193.486 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σταυροδρόμι |
0,01 sec. |
|
|
σταυροδρόμι intersection, crossroads carrefour طرق متقاطعة křižovatka vejkryds Straßenkreuzung encrucijada risteys raskrižje incrocio 交差路 사거리 kruising veikryss skrzyżowanie dróg cruzamento de ruas, encruzilhada перекресток vägkorsning ทางข้าม dört yol ağzı ngã tư 十字路口 кръстопът 十字路口
ουσ ουδ σταυροδρόμι [stavro'ðromi] 1 το σημείο συνάντησης τουλάχιστον δυο δρόμων croisement Στο σταυροδρόμι πήγαινε δεξιά. Au croisement va à droite. 2 διασταύρωση ρευμάτων, τάσεων croisement πολιτιστικό σταυροδρόμι le croisement des cultures Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|