Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.472.023 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στείρος

0,01 sec.
στείρος infécond, stérile barren, infertile, jejune, sterile عقيم, قاحل neplodný, sterilní steril, ufrugtbar steril, unfruchtbar estéril hedelmätön, steriili neplodan, sterilan sterile 滅菌した, 繁殖力のない 균이 없는, 불임의 onvruchtbaar, steriel steril, ufruktbar nieurodzajny, sterylny estéril неплодородный, стерильный infertil, steril ไม่อุดมสมบรูณ์, ปราศจากเชื้อ steril, verimsiz cằn cỗi, vô trùng 不生育的, 贫脊的
επίθ α / θ / ουδ στείρος, στείρα, στείρο ['stiros, 'stira, 'stiro]
1 που δεν μπορεί να κάνει παιδιά stérile
Είναι στείρος, δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Ιl est stérile, il ne peut pas avoir d'enfants.
2 χωρίς ουσία ή όφελος stérile
στείρα συζήτηση une discussion stérile


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.