| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.195.968 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στεγάζω |
0,01 sec. |
|
|
στεγάζω acomodar accommodate, house يُجهِز ubytovat tilpasse (sig) unterbringen alojar majoittaa loger smjestiti ospitare 宿を提供する 숙박처를 제공하다 huisvesten huse zakwaterować давать пристанище inhysa จัดที่อยู่ให้ barındırmak cung cấp chỗ ở 容纳
ρ μετβ στεγάζω [ste'ɣazo] προσφέρω στέγη loger ρ μεσοπαθ στεγάζομαι [ste'ɣazome] être logé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|