Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.127.825 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στεγασμένος χώρος

0,02 sec.
στεγασμένος χώρος المبنى والأراضي التابعه له
στεγασμένος χώρος prostory
στεγασμένος χώρος ejendom
στεγασμένος χώρος Gelände
στεγασμένος χώρος premises
στεγασμένος χώρος local
στεγασμένος χώρος alue
στεγασμένος χώρος locaux
στεγασμένος χώρος prostorije
στεγασμένος χώρος locali
στεγασμένος χώρος 土地建物
στεγασμένος χώρος 부동산
στεγασμένος χώρος huis
στεγασμένος χώρος eiendom
στεγασμένος χώρος lokal
στεγασμένος χώρος estabelecimento
στεγασμένος χώρος förutsättningar
στεγασμένος χώρος ที่ดินและสิ่งปลูกสร้าง
στεγασμένος χώρος bina ve etrafındaki arazi
στεγασμένος χώρος khuôn viên
στεγασμένος χώρος 前提


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.