| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.418.132 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στενοχωρημένος |
0,03 sec. |
|
στενοχωρημένος قَلِق zneklidněný ulykkelig verstimmt upset disgustado järkyttynyt contrarié uzrujan turbato 狼狽した 기분이 상한 verdrietig opprørt zaniepokojony aborrecido расстроенный upprörd สับสนวุ่นวาย keyfi kaçık đau khổ 生气的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|