| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.905.932 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στενοχωρώ |
0,02 sec. |
|
στενοχωρώ يَنْقَلِب převrátit gøre ked af det umwerfen upset disgustar kaataa contrarier uzrujati turbare ひっくり返す 뒤엎다 van streek maken forstyrre zaniepokoić aborrecer переворачивать göra upprörd ทำให้อารมณ์เสีย keyfini kaçırmak làm đổ 使心烦 ρ μετβ στενοχωρώ [stenoxo'ro] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|