| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.203.860 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στενόμυαλος |
0,01 sec. |
|
|
στενόμυαλος ضَيّق الأُفُق úzkoprsý snæversynet engstirnig narrow-minded intolerante ahdasmielinen borné uskogrudan di vedute ristrette 了見の狭い 마음이 좁은 bekrompen trangsynt ograniczony bitolado, de vistas curtas необъективный trångsynt ใจแคบ dar görüşlü thiển cận 小心眼的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|