| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.204.615 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στερεοφωνικός |
0,01 sec. |
|
|
στερεοφωνικός stereo Stereo stereo estéreo ستيريو stéréo стерео stereo estéreo стерео 立体声 stereo stereo Stereo סטריאו ステレオ 스테레오 Stereo สเตอริโอ
επίθ α / θ / ουδ στερεοφωνικός, στερεοφωνική, στερεοφωνικό [stereofoni'kos, stereofoni'ci, steroefoni'ko] που ακούγεται από τουλάχιστον δυο ηχεία stéréo(phonique) στερεοφωνικός ήχος un son stéréophonique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|