| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.771.003.146 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στερεότυπος |
0,01 sec. |
|
στερεότυπος stereotype stéréotype επίθ α / θ / ουδ στερεότυπος, στερεότυπη, στερεότυπο [stere'otipos, stere'otipi, stere'otipo] ουσ ουδ στερεότυπο στερεότυπη ιδέα ή έκφραση stéréotype; cliché Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|