| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.070.614 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στερεώνω |
0,02 sec. |
|
στερεώνω يٌثَبِت připevnit ordne befestigen fix ajustar kiinnittää fixer popraviti fissare 固定する ...을 (...에) 고정시키다 repareren feste umocować fixar закреплять laga ซ่อมแซม sabitlemek sửa chữa 固定 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|