| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.252.407 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στεριώνω |
0,40 sec. |
|
στεριώνω ρ αμετβ στεριώνω [ster'jono] 1 εγκαθίσταμαι, ριζώνω s'installer στεριώνω σε ξένη χώρα s'enraciner à l'étranger 2 γίνομαι σταθερός ή στέρεος se consolider Στέριωσε η σχέση τους. Leur relation s'est consolidée. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|