Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.209.876 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στηρίζω

0,01 sec.
στηρίζω support étayer
ρ μετβ στηρίζω [sti'rizo]
1 συγκρατώ κπ ή κτ για να μην πέσει soutenir
Αν δεν τον στηρίξεις θα πέσει. Si tu ne le soutiens pas, il tombera.
2 βοηθάω donner un coup de main
Με στήριξαν στις δυσκολίες. Ils m'ont soutenu dans mes moments difficiles.
στηρίζω την προσπάθεια κάποιου soutenir l'effort de qqn
3 βασίζω appuyerbaser
Στήριζε τα επιχειρήματά του με παραδείγματα. Il appuyait ses arguments sur des exemples.
4 ακουμπάω, αφήνω fonder
στηρίζω τις ελπίδες μου σε fonder ses espoirs sur
ρ μεσοπαθ στηρίζομαι [sti'rizome]
1 κρατιέμαι s'appuyer
στηρίζομαι σε μπαστούνι s'appuyer sur une canne
2 βασίζομαι compter sur
Στηρίζομαι σ'εσένα. Je compte sur toi.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.