| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.006.712 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στηρίζω |
0,02 sec. |
|
στηρίζω support étayer ρ μετβ στηρίζω [sti'rizo] 1 συγκρατώ κπ ή κτ για να μην πέσει soutenir 2 βοηθάω donner un coup de main ρ μεσοπαθ στηρίζομαι [sti'rizome] 1 κρατιέμαι s'appuyer στηρίζομαι σε μπαστούνι s'appuyer sur une canne 2 βασίζομαι compter sur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|