| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.210.124 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στιγμή |
0,01 sec. |
|
|
στιγμή Augenblick, Moment, Zeitpunkt moment, minute, instant instant, moment pillanat chwila, moment لحظة moment øjeblik momento, tiempo hetki trenutak momento 瞬間 순간 moment øyeblikk momento, tempo момент stund ชั่วขณะ an chốc lát 瞬间, 时间 време 時間
ουσ θ στιγμή [stiɣ'mi] μέχρι στιγμής μέχρι τώρα pour l'instant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|