| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.210.372 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στιγμιαίος |
0,01 sec. |
|
|
στιγμιαίος instant, momentary instantané, momentané momentâneo, imediato خاطف, ملح okamžitý, přechodný momentan, øjeblikkelig momentan, sofortig instantáneo, momentáneo, instantánea hetkellinen, välitön ekspres, trenutačan istantaneo, momentaneo 即座の, 瞬間の 순간의, 즉시의 kortstondig, onmiddellijk kortvarig, umiddelbar chwilowy, nagły мгновенный, моментальный omedelbar, tillfällig ชั่วครู่, ทันทีทันใด anında, bir anlık ngay lập tức, tạm thời 瞬间的, 立即的
επίθ α / θ / ουδ στιγμιαίος, στιγμιαία, στιγμιαίο [stiɣmi'eos, stiɣmi'ea, stiɣmi'eo] που γίνεται σε ελάχιστο χρόνο instantané/-ée στιγμιαίος καφές un café instantané Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|