Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.488.150 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στοιχείο

0,04 sec.
στοιχείο element عنصر prvek element Element elemento elementti élément element elemento 要素 요소 element element element elemento элемент element องค์ประกอบ bileşen thành phần 要素
ουσ ουδ στοιχείο [sti'çio]
1 συστατικό élément
θρεπτικό στοιχείο un élément nutritif
2 χαρακτηριστικό tendance
αρχιτεκτονικό στοιχείο un élément architectural
3 απόδειξη indice
στοιχείο υπέρ κάποιου un indice en faveur de qqn
4 δεδομένο donnée
ανάλυση στοιχείων une analyse de données
5 η δύναμη élément
τα στοιχεία της φύσης les éléments de la nature
6 ο χώρος élément
είμαι στο στοιχείο μου être dans son élément


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.