| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.219.249 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στοιχείο |
0,01 sec. |
|
|
στοιχείο element عنصر prvek element Element elemento elementti élément element elemento 要素 요소 element element element elemento элемент element องค์ประกอบ bileşen thành phần 要素
ουσ ουδ στοιχείο [sti'çio] 1 συστατικό élément θρεπτικό στοιχείο un élément nutritif 2 χαρακτηριστικό tendance αρχιτεκτονικό στοιχείο un élément architectural 3 απόδειξη indice στοιχείο υπέρ κάποιου un indice en faveur de qqn 6 ο χώρος élément είμαι στο στοιχείο μου être dans son élément Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|