| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.219.719 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στοιχειώδης |
0,01 sec. |
|
|
στοιχειώδης elementary, rudimentary rudimenta élémentaire, rudimentaire elementar, rudimentar Elementarne Elementaire Елементарни Elementární יסודי 小学校 초등학교
επίθ α/θ / ουδ στοιχειώδης, στοιχειώδες [stiçi'oðis, stiçi'oðes] βασικός, απαραίτητος élémentairerudimentaire στοιχειώδη εφόδια un équipement élémentaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|