| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.224.046 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στοργικός |
0,01 sec. |
|
|
στοργικός affectionate, caring, fond مهتم بالآخرين soucitný omsorgsfuld fürsorglich bondadoso huolehtiva attentionné pažljiv premuroso 思いやりのある 돌보는 zorgzaam omsorgsfull troskliwy atencioso заботливый som bryr (sig) om ที่ห่วงใยผู้อื่น şefkatli chu đáo 关心人的
επίθ α / θ / ουδ στοργικός, στοργική, στοργικό [storʝi'kos, storʝi'ci, storʝi'ko] τρυφερός και προστατευτικός affectueux/-eusetendre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|