Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.344.917 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στο επάνω πάτωμα

0,01 sec.
στο επάνω πάτωμα بالأعلى
στο επάνω πάτωμα nahoru
στο επάνω πάτωμα ovenpå
στο επάνω πάτωμα nach oben
στο επάνω πάτωμα upstairs
στο επάνω πάτωμα arriba
στο επάνω πάτωμα yläkerrassa
στο επάνω πάτωμα en haut
στο επάνω πάτωμα gore
στο επάνω πάτωμα al piano superiore
στο επάνω πάτωμα 上の階に
στο επάνω πάτωμα 위층으로
στο επάνω πάτωμα op de bovenverdieping
στο επάνω πάτωμα ovenpå
στο επάνω πάτωμα na górze
στο επάνω πάτωμα lá em acima, lá em cima
στο επάνω πάτωμα вверх по лестнице
στο επάνω πάτωμα på övervåningen
στο επάνω πάτωμα ข้างบน
στο επάνω πάτωμα üst katta
στο επάνω πάτωμα ở trên gác
στο επάνω πάτωμα 在楼上


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.