| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.745.396 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στρέφω |
0,02 sec. |
|
στρέφω turn ρ μετβ στρέφω ['strefo] ρ μεσοπαθ στρέφομαι ['strefome] 1 γυρίζω προς μια κατεύθυνση se retournerse diriger Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|