| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.226.328 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στρίβω |
0,02 sec. |
|
|
στρίβω roll, round, turn, turn off rouler, tourner, virer يَدْوُر otočit (se) dreje drehen (sich) girar kääntyä okrenuti girare 向きを変える 회전하다 draaien svinge skręcić virar поворачивать svänga เลี้ยว dönmek quay đi 转弯
ρ μετβ στρίβω ['strivo] 1 μετακινώ προς μια πλευρά (faire) tourner στρίβω τις ρόδες faire tourner les roues ρ αμετβ στρίβω 1 κάνω στροφή (se) tournervirer στρίβω δεξιά tourner à droite 2 φεύγω, εξαφανίζομαι filer (à l'anglaise) Ώρα να στρίβω. Il est temps de filer. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|