| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.917.552 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στρίμωγμα |
0,01 sec. |
|
στρίμωγμα ουσ ουδ στρίμωγμα ['strimoɣma] 1 πολυκοσμία σε στενό χώρο bousculade Πολύ στρίμωγμα στα μαγαζιά! Quelle bousculade dans les magasins ! 2 πίεση difficulté οικονομικό στρίμωγμα des difficultés financières Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|