| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.235.357 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στραβώνω |
0,01 sec. |
|
|
στραβώνω
ρ μετβ στραβώνω [stra'vono] ρ αμετβ στραβώνω 1 γίνομαι στραβός se déformer ρ μεσοπαθ στραβώνομαι [stra'vonome] τυφλώνομαι, θαμπώνομαι s'aveugler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|