| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.348.541 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στραγγίζω |
0,03 sec. |
|
στραγγίζω drain يُصَرّف ماءً vypustit dræne entwässern escurrir tyhjentää égoutter iscijediti prosciugare 排水する (...에서) 배출시키다 afvoeren tappe osuszyć drenar осушать tappa ut ระบายออก atık boşaltmak làm ráo nước 排放 ρ μετβ στραγγίζω [stran'ɟizo] 1 κάνω να φύγουν τα νερά égoutter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|