| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.235.673 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στραγγίζω |
0,02 sec. |
|
|
στραγγίζω drain يُصَرّف ماءً vypustit dræne entwässern escurrir tyhjentää égoutter iscijediti prosciugare 排水する (...에서) 배출시키다 afvoeren tappe osuszyć drenar осушать tappa ut ระบายออก atık boşaltmak làm ráo nước 排放
ρ μετβ στραγγίζω [stran'ɟizo] 1 κάνω να φύγουν τα νερά égoutter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|