| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.477.350 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στραγγαλίζω |
0,02 sec. |
|
στραγγαλίζω strangle, choke étrangler يَخنِق uškrtit kvæle erwürgen estrangular kuristaa zadaviti strangolare 絞め殺す 목 졸라 죽이다 wurgen kvele udusić estrangular душить strypa ฆ่าโดยการบีบคอ boğazlamak bóp cổ 扼死 ρ μετβ στραγγαλίζω [straŋga'lizo] δολοφονώ πνίγοντας étrangler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|