| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.235.979 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στραγγαλίζω |
0,02 sec. |
|
|
στραγγαλίζω strangle, choke étrangler يَخنِق uškrtit kvæle erwürgen estrangular kuristaa zadaviti strangolare 絞め殺す 목 졸라 죽이다 wurgen kvele udusić estrangular душить strypa ฆ่าโดยการบีบคอ boğazlamak bóp cổ 扼死
ρ μετβ στραγγαλίζω [straŋga'lizo] δολοφονώ πνίγοντας étrangler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|