| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.841.972 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στρατηγικός |
0,02 sec. |
|
στρατηγικός strategic stratégique إستراتيجي strategický strategisk strategisch estratégico strateginen strateški strategico 戦略的な 전략적인 strategisch strategisk strategiczny estratégico стратегический strategisk เกี่ยวกับยุทธวิธีหรือกลยุทธ์ stratejik chiến lược 战略的 επίθ α / θ / ουδ στρατηγικός, στρατηγική, στρατηγικό [stratiʝi'kos, stratiʝi'ci, stratiʝi'ko] που διακρίνεται για την τακτική του stratégique στρατηγικό σχέδιο un plan stratégique ουσ θ στρατηγική τακτική stratégie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|