| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.194.038 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στριφο |
0,01 sec. |
|
στριφο ρ αμετβ στριφο [strifoʝi'rizo-ʝir'nao] 1 δεν μπορώ να κάτσω σε μια θέση se tournerse retourner στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου se retourner dans son lit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|