Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.703.801 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στόμα

0,01 sec.
στόμα Maul, Mund mouth boca bouche, gueule boca gură рот فم ústa mund suu usta bocca mond munn usta mun ปาก ağız miệng 嘴巴
ουσ ουδ στόμα ['stoma]
1 η κοιλότητα ανάμεσα από το πηγούνι και τη μύτη bouche
ανοίγω το στόμα μου ouvrir sa bouche
2 το όργανο παραγωγής λόγου bouche
3 μέλος της οικογένειας bouche
Έχω πέντε στόματα να θρέψω. J'ai cinq bouches à nourrir.
βάζω κτ στο στόμα μου
τρώω grignoter qqch
μένω με ανοιχτό το στόμα
μένω αποσβολωμένος rester bouche bée
Δεν ανοίγει το στόμα του.
δε λέει τίποτα Il n'ouvre pas la bouche.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.