| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.253.687 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στόχος |
0,01 sec. |
|
|
στόχος target, aim, goal, objective but, cible, objectif мета Ziel, Tor, Zielscheibe غاية, موضوعي, هدف gól, objektivní, terč, zamíření mål meta, objetivo maali, maalitaulu, tähtäys, tavoite cilj, meta, svrha goal, obiettivo ゴール, 標的, 目的 겨냥하기, 골, 목적, 표적 doel mål, målsetning, sikte cel, obiektywny alvo, meta, objectivo, objetivo задача, мишень, цель mål, sikte เป้าหมาย, จุดหมาย amaç, gol, hedef khung thành, mục đích, mục tiêu 目标, 目的 цел 目標
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|