| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.254.659 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συγγένεια |
0,01 sec. |
|
|
συγγένεια kinship, relation, relationship parenté, relation علاقة vztah forhold Verbindung parentesco, afinidad yhteys veza relazione 関係 관계 relatie relasjon stosunek relação, afinidade отношение relation ความเกี่ยวข้องกันของสิ่งของหรือบุคคล ilişki sự liên quan 关系
ουσ θ συγγένεια [si'nɟenia] 1 οικογενειακός δεσμός parenté συγγένεια εξ αίματοςεξ αγχιστείας consanguinité/parenté par alliance 2 σχέση parenté ιδεολογική συγγένεια une parenté idéologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|