| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.977.839 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγγένεια |
0,04 sec. |
|
συγγένεια kinship, relation, relationship parenté, relation علاقة vztah forhold Verbindung parentesco yhteys veza relazione 関係 관계 relatie relasjon stosunek relação отношение relation ความเกี่ยวข้องกันของสิ่งของหรือบุคคล ilişki sự liên quan 关系 ουσ θ συγγένεια [si'nɟenia] 1 οικογενειακός δεσμός parenté συγγένεια εξ αίματοςεξ αγχιστείας consanguinité/parenté par alliance 2 σχέση parenté ιδεολογική συγγένεια une parenté idéologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|