| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.283.410 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκάτοικος |
0,02 sec. |
|
συγκάτοικος flatmate, roommate رفيق الحجرة spolubydlící bofælle Mitbewohner compañero de cuarto huonetoveri camarade de chambre cimer compagno di stanza ルームメート 룸메이트 kamergenoot romkamerat współlokator companheiro de quarto сосед по комнате rumskompis เพื่อนร่วมห้อง oda arkadaşı bạn chung phòng 室友 ουσ α/θ συγκάτοικος [si'ŋgatikos] που κατοικεί με κπ άλλον στο ίδιο σπίτι colocataire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|