| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.720.735.304 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκατάθεση |
0,04 sec. |
|
συγκατάθεση agrément, permission accord, assent, concurrence, permission إذْن souhlas tilladelse Erlaubnis permiso lupa dozvola permesso 許可 허락 toestemming tillatelse pozwolenie autorização, permissão разрешение tillstånd การอนุญาต izin sự cho phép 许可 ουσ θ συγκατάθεση [siŋga'taθesi] συμφωνία concordance με τη συγκατάθεση κάποιου avec le consentement de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|