| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.256.428 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συγκατάθεση |
0,01 sec. |
|
|
συγκατάθεση agrément, permission accord, assent, concurrence, permission إذْن souhlas tilladelse Erlaubnis permiso, consentimiento lupa dozvola permesso 許可 허락 toestemming tillatelse pozwolenie autorização, permissão, consentimento разрешение tillstånd การอนุญาต izin sự cho phép 许可, 同意 съгласие 同意 הסכמה
ουσ θ συγκατάθεση [siŋga'taθesi] συμφωνία concordance με τη συγκατάθεση κάποιου avec le consentement de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|