| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.036.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκαταβατικός |
0,04 sec. |
|
συγκαταβατικός condescendant acquiescent, condescending επίθ α / θ / ουδ συγκαταβατικός, συγκαταβατική, συγκαταβατικό [siŋgatavati'kos, siŋgatavati'ci, siŋgatavati'ko] επιοικής, ανεκτικός condescendant/-ante επίρρ συγκαταβατικά [siŋgatavati'ka] avec condescendance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|