| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.255.839 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκατοίκηση |
0,06 sec. |
|
συγκατοίκηση ουσ θ συγκατοίκηση [siŋga'ticisi] το να ζει κν με κπ άλλον στο ίδιο σπίτι cohabitation; concubinage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|