| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.439.388 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκατοικώ |
0,03 sec. |
|
συγκατοικώ يعيش سوياً žít spolu leve sammen zusammenleben live together convivir asua yhdessä vivre ensemble živjeti zajedno convivere 同棲する 함께 살다 samenwonen leve sammen przeżyć razem viver junto сожительствовать bo ihop อยู่ด้วยกัน birlikte yaşamak sống chung 同居 ρ αμετβ συγκατοικώ [siŋgati'ko] μοιράζομαι το ίδιο σπίτι με κπ cohabiter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|