Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.256.932 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συγκεκριμένα

0,01 sec.
συγκεκριμένα particularly, specifically
συγκεκριμένα تحديداً, على وجه الخصوص
συγκεκριμένα konkrétně, speciálně
συγκεκριμένα særligt, specielt
συγκεκριμένα besonders, spezifisch
συγκεκριμένα específicamente, particularmente
συγκεκριμένα erityisesti
συγκεκριμένα particulièrement, spécifiquement
συγκεκριμένα osobito, specifično
συγκεκριμένα particolarmente, specificamente
συγκεκριμένα 特に
συγκεκριμένα 구체적으로, 특히
συγκεκριμένα in het bijzonder, met name
συγκεκριμένα spesielt
συγκεκριμένα szczególnie
συγκεκριμένα em particular, especificamente
συγκεκριμένα особенно
συγκεκριμένα i synnerhet, särskilt
συγκεκριμένα โดยเฉพาะอย่างยิ่ง, อย่างพิเศษ
συγκεκριμένα özellikle
συγκεκριμένα cụ thể là, đặc biệt là
συγκεκριμένα 具体地, 尤其


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.