| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.263.333 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συγκεκριμένος |
0,03 sec. |
|
|
συγκεκριμένος concrete, particular, specific, precise جدير بالذكر, محدد konkrétní, specifický bestemt, specifik speziell, spezifisch específico, particular erityinen particulier, spécifique poseban, specifičan particolare, specifico 特別の, 特定の 구체적인, 특유의 bijzonder, specifiek bestemt, spesifikk określony, szczególny especial, específico, específicas особенный, специфический särskild โดยเฉพาะ belirli, özellik cụ thể, riêng biệt 具体的, 特别的 специфични
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|