Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.263.333 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συγκεκριμένος

0,03 sec.
συγκεκριμένος concrete, particular, specific, precise جدير بالذكر, محدد konkrétní, specifický bestemt, specifik speziell, spezifisch específico, particular erityinen particulier, spécifique poseban, specifičan particolare, specifico 特別の, 特定の 구체적인, 특유의 bijzonder, specifiek bestemt, spesifikk określony, szczególny especial, específico, específicas особенный, специфический särskild โดยเฉพาะ belirli, özellik cụ thể, riêng biệt 具体的, 特别的 специфични
επίθ α / θ / ουδ συγκεκριμένος, συγκεκριμένη, συγκεκριμένο [£££sinɟekri'menos, £££sinɟekri'meni, sinɟekri'meno]
1 ακριβής, που δεν είναι αφηρημένος concret/-ète
έχω σαφείς ιδέες avoir des idées concrètes
2 αυτός και όχι άλλος, ειδικά αυτός précis/-ise
στη συγκεκριμένη περίπτωση dans ce cas précis


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.