| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.263.658 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συγκεντρώνομαι |
0,01 sec. |
|
|
συγκεντρώνομαι come together, concentrate, gather, muster συγκεντρώνομαι يُركِز συγκεντρώνομαι soustředit (se) συγκεντρώνομαι koncentrere (sig) συγκεντρώνομαι konzentrieren (sich) συγκεντρώνομαι concentrarse συγκεντρώνομαι keskittyä συγκεντρώνομαι concentrer συγκεντρώνομαι koncentrirati συγκεντρώνομαι concentrarsi συγκεντρώνομαι 集中する συγκεντρώνομαι 집중하다 συγκεντρώνομαι concentreren συγκεντρώνομαι konsentrere (seg) συγκεντρώνομαι skoncentrować συγκεντρώνομαι concentrar-se συγκεντρώνομαι концентрировать συγκεντρώνομαι koncentrera συγκεντρώνομαι เพ่งความสนใจ συγκεντρώνομαι yoğunlaşmak συγκεντρώνομαι tập trung συγκεντρώνομαι 集中 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|