Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.881.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συγκεντρώνω

0,01 sec.
συγκεντρώνω gather, concentrate, focus, marshal, muster concentrer, rassembler, réunir يَجتمِع nashromáždit (se) samle versammeln congregar, congregarse kerätä yhteen skupiti raccogliere 集める ...을 (끌어) 모으다 verzamelen samle zebrać juntar собирать samla จัดรวม toplanmak tập hợp 聚集
ρ μετβ συγκεντρώνω [sinɟe'drono]
1 μαζεύω σε ένα χώρο rassembler
συγκεντρώνω τα πράγματά μου rassembler ses affaires
2 συλλέγω rassembler
συγκεντρώνω αποδείξεις rassembler des preuves
3 προσελκύω, εστιάζω réunirconcentrer
συγκεντρώνω τα βλέμματα πάνω σε κτ réunir les regards sur qqch
συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κτ concentrer son attention sur qqch
ρ μεσοπαθ συγκεντρώνομαι [sinɟe'dronome] αφοσιώνομαι se concentrer
συγκεντρώνομαι στη δουλειά μου se concentrer sur son travail


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.