| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.881.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκεντρώνω |
0,01 sec. |
|
συγκεντρώνω gather, concentrate, focus, marshal, muster concentrer, rassembler, réunir يَجتمِع nashromáždit (se) samle versammeln congregar, congregarse kerätä yhteen skupiti raccogliere 集める ...을 (끌어) 모으다 verzamelen samle zebrać juntar собирать samla จัดรวม toplanmak tập hợp 聚集 ρ μετβ συγκεντρώνω [sinɟe'drono] 1 μαζεύω σε ένα χώρο rassembler συγκεντρώνω τα πράγματά μου rassembler ses affaires 2 συλλέγω rassembler συγκεντρώνω αποδείξεις rassembler des preuves 3 προσελκύω, εστιάζω réunirconcentrer συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κτ concentrer son attention sur qqch ρ μεσοπαθ συγκεντρώνομαι [sinɟe'dronome] αφοσιώνομαι se concentrer συγκεντρώνομαι στη δουλειά μου se concentrer sur son travail Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|