| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.273.166 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκεχυμένος |
0,02 sec. |
|
συγκεχυμένος confus, déroutant مُربِك matoucí forvirrende verwirrend confusing confuso hämmentävä zbunjujući disorientante 困惑させる 혼란시키는 verwarrend forvirrende dezorientujący confuso сбивающий с толку förvirrande น่าสับสน yanıltıcı gây nhầm lẫn 使人糊涂的 επίθ α / θ / ουδ συγκεχυμένος, συγκεχυμένη, συγκεχυμένο [sinɟeçi'menos, sinɟeçi'meni, sinɟeçi'meno] απροσδιόριστος, ασαφής confus/-use έχω συγκεχυμένη εντύπωση avoir une impression confuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|