Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.633.480 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συγκινητικός

0,01 sec.
συγκινητικός moving, touching émouvant, mobile, touchant فيما يتعلق بـ, متحرك dojemný bevægende, rørende rührend emotivo, enternecedor koskettava, liikuttava dirljiv commovente, toccante 感動させる, 感動的な 감동적인, 움직이는 ontroerend rørende ruchomy, wzruszający comovente движущийся, трогательный rörande ซึ่งดลใจ, ที่สามารถกระตุ้นความรู้สึกอ่อนโยน dokunaklı cảm động, gây xúc động 动人的, 感人的
επίθ α / θ / ουδ συγκινητικός, συγκινητική, συγκινητικό [sinɟiniti'kos, sinɟiniti'ci, sinɟiniti'ko]
που προκαλεί συγκίνηση émouvant/-antetouchant/-ante
συγκινητικά λόγια des paroles émouvantes


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.