| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.633.480 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκινητικός |
0,01 sec. |
|
συγκινητικός moving, touching émouvant, mobile, touchant فيما يتعلق بـ, متحرك dojemný bevægende, rørende rührend emotivo, enternecedor koskettava, liikuttava dirljiv commovente, toccante 感動させる, 感動的な 감동적인, 움직이는 ontroerend rørende ruchomy, wzruszający comovente движущийся, трогательный rörande ซึ่งดลใจ, ที่สามารถกระตุ้นความรู้สึกอ่อนโยน dokunaklı cảm động, gây xúc động 动人的, 感人的 επίθ α / θ / ουδ συγκινητικός, συγκινητική, συγκινητικό [sinɟiniti'kos, sinɟiniti'ci, sinɟiniti'ko] που προκαλεί συγκίνηση émouvant/-antetouchant/-ante συγκινητικά λόγια des paroles émouvantes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|