| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.716.499 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκλίνω |
0,02 sec. |
|
συγκλίνω converge ρ αμετβ συγκλίνω [siŋ'glino] 1 συναντιέμαι, πλησιάζομαι converger Οι δυο δρόμοι συγκλίνουν. Les deux rues convergent. 2 συμφωνώ se mettre d'accords'arranger Οι απόψεις μας συγκλίνουν. Νοs opinions convergent. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|