| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.264.708 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συγκλονίζω |
0,01 sec. |
|
|
συγκλονίζω appal, appall
ρ μετβ συγκλονίζω [siŋglo'nizo] 2 αναστατώνω bouleversersecouer Τα νέα σου μας συγκλόνισαν. Tes nouvelles nous ont bouleversés. ρ μεσοπαθ συγκλονίζομαι [siŋglo'nizome] αναστατώνομαι être bouleversé/-éeêtre secoué/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|