| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.264.940 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συγκλονιστικός |
0,01 sec. |
|
|
συγκλονιστικός shocking, staggering bouleversant
επίθ α / θ / ουδ συγκλονιστικός, συγκλονιστική, συγκλονιστικό [siŋglonisti'kos, siŋglonisti'ci, siŋglonisti'ko] συνταραστικός bouleversant/-ante συγκλονιστικό θέαμα un spectacle bouleversant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|