| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.471.607 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συγκομιδή |
0,01 sec. |
|
συγκομιδή Ernte, Feldfrucht crop, harvest cosecha, siega حصاد, محصول plodina, sklizeň afgrøde, høst sadonkorjuu, vilja récolte usjev, žetva raccolto 収穫, 農作物 농작물, 수확 oogst avling, innhøsting uprawa, żniwa colheita урожай skörd การเก็บเกี่ยว, ผลผลิต hasat, ürün vụ mùa, vụ thu hoạch 农作物, 收获 ουσ θ συγκομιδή [siŋgomi'ði] σοδειά récolte; cueillette η συγκομιδή της ελιάς la récolte des olives Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|