| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.272.651 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συγχρονισμός |
0,01 sec. |
|
|
συγχρονισμός sincronismo timing sincronización Synchronizacja Synchronisation sincronizzazione synchronisation синхронизация synchronisatie 同步 同步 synchronizace synkronisering 同期 동기화 synkronisering
ουσ α συγχρονισμός [siŋxroni'zmos] η ταυτόχρονη εκτέλεση, λειτουργία κ.λπ. synchronisme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|