| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.269.965 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συθέμελα |
0,06 sec. |
|
συθέμελα επίρρ συθέμελα [si'θemela] ολοκληρωτικά de fond en comble Το σπίτι κάηκε συθέμελα. La maison a brûlé de fond en comble. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|