| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.946.703 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συκοφαντικός |
0,01 sec. |
|
συκοφαντικός slanderous επίθ α / θ / ουδ συκοφαντικός, συκοφαντική, συκοφαντικό [sikofandi'kos, sikofandi'ci, sikofandi'ko] σχετικός με συκοφαντία calomnieux/-ieusediffamatoire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|